Ακόμα τα παιδιά παίρνουν στο σχολείο … κολατσιό που δεν πρέπει!

13/06/2018Ακόμα τα παιδιά παίρνουν στο σχολείο … κολατσιό που δεν πρέπει!Σύμφωνα με έρευνα σε αγγλικά δημοτικά σχολεία, μόνο το 1,6% των μεσημεριανών πακεταρισμένων γευμάτων πληρούν τα διατροφικά πρότυπα της καντίνας.

Οι γονείς εξακολουθούν να εφοδιάζουν τα παιδιά τους σχολείο με junk food, παρά τις εκστρατείες ευαισθητοποίησης για την παιδική παχυσαρκία και παρά την καθοδήγηση που παρέχεται από ομάδες καταναλωτών, όπως αποδείχθηκε από την έρευνα.

Περίπου οι μισοί από το σύνολο των μαθητών του δημοτικού σχολείου φέρνουν πακέτο με μεσημεριανό γεύμα στο σχολείο. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μόνο 1 στα 5 από τα πακέτα αυτά περιείχε λαχανικά ή σαλάτα, ενώ το 52% – 60%, περιείχε πάρα πολλά γλυκά και αλμυρά σνακ, ή ζαχαρούχα ροφήματα (42%), δίνοντας ένα συνολικό αποτέλεσμα τροφών με υψηλά επίπεδα κορεσμένων λιπαρών, ζάχαρης και αλατιού, παράλληλα χαμηλό σε μέταλλα και βιταμίνες.

Η μελέτη, που περιγράφεται ως “άνοιγμα ματιών” από την επικεφαλής ερευνητή Dr Charlotte Evans, κατέγραψε μόνο μια ελάχιστη βελτίωση από την προηγούμενη δεκαετία, τότε δηλαδή που το 1,1% των πακεταρισμένων γευμάτων πληρούσε τα βασικά σχολικά πρότυπα γευμάτων. Επίσης, το μειοψηφικό ποσοστό των παιδιών (17%) που τρώνε λαχανικά και σαλάτα δεν έχει αλλάξει από το 2006. 
Παρόλα αυτά η έκθεση διαπίστωσε και κάποια πρόοδο: για παράδειγμα, η πλειοψηφία των πακεταρισμένων μεσημεριανών γευμάτων που εξετάστηκε από τους ερευνητές, πληρούν τις προδιαγραφές για τις πρωτεΐνες (95%) και τη βιταμίνη C (75%). Παρατηρήθηκε επίσης μια σημαντική μείωση στην ζαχαρούχα ροφήματα, που είναι στο 46% το 2016 σε σύγκριση με το παλαιότερο 61%, και επίσης η μείωση των σοκολατούχων σνακ. Αλλά δεν παρατηρήθηκε καμία βελτίωση για τα αλμυρά σνακ, όπως τα πατατάκια, που βρέθηκαν στο 60% των συσκευασμένων μεσημεριανών γευμάτων.

Τα πρώτα νομοθετημένα πρότυπα για τα σχολικά γεύματα εισήχθησαν το 2006, λόγω των αυξανόμενων στοιχείων που συνέδεαν την κακή υγεία στην ενήλικη ζωή με την παχυσαρκία ή με την κακή διατροφή στην παιδική ηλικία. Περιορίζουν την ποσότητα των τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι, ζάχαρη και λίπη και ορίζουν ότι τα σχολικά γεύματα θα πρέπει να καλύπτουν το ένα τρίτο των διατροφικών αναγκών ενός παιδιού. Ωστόσο, αν και ο Ofsted προτείνει ότι τα σχολεία πρέπει να ακολουθούν μια δεδομένη πολιτική σχετικά με τα πακεταρισμένα γεύματα, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να επιβάλλει τη συμμόρφωση με τα πρότυπα αυτά. 

Η υπεύθυνη διατροφική επιδημιολόγος (nutritional epidemiologist) της έρευνας, δήλωσε ότι πιστεύει ότι είναι ο πλούτος της πληροφόρησης σχετικά με τη ζάχαρη στα ζαχαρούχα ροφήματα, που μπορεί να είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού τους στα πακέτα. Αλλά πρόσθεσε, ότι χρειάζεται να γίνουν ακόμα περισσότερα από τους λιανοπωλητές, τους κατασκευαστές τροφίμων και τα σχολεία, εάν θέλουμε να γίνουν γενικές βελτιώσεις. Πρέπει να εισαχθούν αυστηρότερες πολιτικές, αν θέλουμε να δούμε πραγματική αλλαγή στη θρεπτική αξία των πακεταρισμένων γευμάτων των παιδιών και πρόοδο.

Η έκθεση συνιστά στα δημοτικά σχολεία να εισάγουν μια πολιτική που να περιορίζει τα ζαχαρούχα ροφήματα και να ενθαρρύνει το νερό, τις σαλάτες και τα φρούτα. Προτείνει επίσης στους γονείς να πακετάρουν μικρότερες μερίδες ανθυγιεινών σνακ, όπως πατατάκια των 15 γραμμαρίων και όχι των 26 γραμμαρίων, και σοκολατούχα κέικ και μπισκότα των 20 γραμμαρίων. Απαιτούνται περισσότερες επιλογές σνακ που να είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε κορεσμένα λίπη και σάκχαρα και που να έχουν υψηλότερη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, σύμφωνα με την έκθεση. Τα πακεταρισμένα παιδικά γεύματα που κρίθηκε ότι συμμορφώνονται με τα πρότυπα, όλα περιείχαν σάντουιτς με κάποιας μορφής πρωτεϊνούχα γέμιση και με σαλάτα.

Κλείνοντας, η Evans δήλωσε: “Οι γονείς προσπαθούν αλλά υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους τα παιδιά δεν έχουν καλύτερης ποιότητας γεύματα, όπως το κόστος, η πίεση των συμμαθητών, η ευκολία, ο περιορισμένος χρόνος κά. Ωστόσο, η παροχή πληροφοριών προς τους γονείς είναι μια καλή αρχή”.